Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Περί ελπίδος

Έκλεισα τα μάτια και περπάτησα

Χάθηκα

Στο δάσος, στην λάσπη, στα δέντρα

Στα πελώρια δέντρα που μου ‘κρυβαν το φως

Και οι πέτρες ήταν σκληρές

Οι πέτρες, τα βράχια, τα χαμόκλαδα

Άγρια και ανηλεή ξέσκιζαν την σάρκα

Δύσβατα τα μονοπάτια

Κοντοστάθηκα

Είδα, μύρισα, άκουσα

Αφουγκράστηκα…

Γεύτηκα τις επιλογές

Την μοίρα

Στυφή, γλυκιά, ουδέτερη

Αδάμαστη και άγρια καρτερούσε

Μετρούσε βήματα και αποστάσεις

Έκλαψα

Οργίστηκα, βλαστήμησα, ξέσπασα

Και παρακάλεσα

Να ευλογηθούν οι αμαρτίες

Πικρό και ακριβό το αντίτιμο της συγχώρεσης

Σκούπισα το αίμα, καθάρισα την πληγή

Την ζωή…

Φώναξα με όλη μου την δύναμη

Σκόρπισα το εγώ μου ολόγυρα

Αβάσταχτο το βάρος

Ανάσανα

Γέμισα τα πνευμόνια μου γαλήνη

Ονειρεύτηκα, ήλπισα, ευχήθηκα

Κι είδα ξανά το φως

Εκεί που είδα τα δέντρα να γίνονται κλαδιά

Τη λάσπη να γίνεται νερό

Τις πέτρες να γίνονται χαλίκια

Σήκωσα τον σκονισμένο μου εαυτό

Τον Αιώνιο συνταξιδιώτη

Άρχισα να περπατώ

Κι είχα τα μάτια ανοιχτά

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Πιστεύω εις έναν Θεο;

Αν υπάρχει θεός τότε είμαι σίγουρος πως γουστάρει να τιμωρεί ανθρώπους και να κρύβεται πίσω από το γαλήνιο προσωπείο του.
Αν υπάρχει αυτός ο θεός είμαι σίγουρος πως έσπειρε μέσα μου τον σπόρο της αμφιβολίας πριν με ρίξει στον κόσμο και περίμενε να ανθίσει.
Για να μπορεί να με τιμωρεί με επιχειρήματα …
Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς το κάτι από ζωή που προσφέρθηκε.

Το αντίο


Δεν σε κατηγορώ που γέλασες με τα όνειρά μου
δεν είχες ποτέ δικά σου και ξαφνιάστηκες…
Τα άπλωσα μπροστά σου σα φίνο μετάξι για να πλαγιάσεις,
μα εσύ βολεύτηκες στα ρετάλια της ζωής σου
Σου άνοιξα την καρδιά μου και με μιας άδειασες τα ράφια της.
Πήρες τα πιο αγνά υλικά κι έφτιαξες το νόστιμο κουκλοθέατρο σου.
Μα πάντα σκοπός σου ήταν το κέρδος…
και δεν ξόδεψες ούτε ένα κέρμα στο πηγάδι των ευχών.
Και τώρα τι με κοιτάζεις;
Δεν ήξερες ότι τα αισθήματα λήγουν;
Κι εσύ δεν φρόντισες να τα κρατήσεις ζωντανά…
Βλέπεις τον θίασό σου να σαπίζει και να διαλύεται
Ποτέ δεν ήσουν εντάξει στις δουλειές σου
Και τώρα φοβάσαι…
Νιώθεις βαθιά μέσα σου το κενό και νομίζεις πως θα πέσει πάνω σου η πιο βαριά τιμωρία
Μα ποιος θεός θ’ ασχοληθεί με το τίποτα;
Ούτε καν ένας τρελός…
Γι’ αυτό σου λέω
Κρύψου στην χούφτα σου όσο πιο καλά μπορείς,
μέχρι να νιώσεις τα δάχτυλά σου να σε πνίγουν.
Ίσως μέσα στην απόγνωση και τον φόβο σου αισθανθείς κάτι…
Σου αφήνω ένα όνειρο για να πιαστείς, σαν τελευταία σανίδα σωτηρίας.
Μήπως και γίνεις για μια φορά σου άνθρωπος
Κι αν καταφέρεις να σωθείς μην σκορπιστείς στα ίχνη μου…
Το παρελθόν ζει ευτυχέστερο στην λήθη

Όταν γεράσεις...

Όταν γεράσεις θέλω μια περιπέτεια στις αναμνήσεις σου,

μια σελίδα στην Βίβλο σου και ένα φύλλο της καρδιάς σου.

Θέλω ένα άγγιγμα από το χέρι σου, με όλη την σοφία που κρύβουν οι ρόζοι του.

Όταν γεράσεις θέλω ένα φιλί στο μέτωπο με όλη την αγάπη του κόσμου…

Κι ένα χαμόγελο…

Θέλω μια νιφάδα από τα ολόλευκα μαλλιά σου να πορεύεται με τους κρύους χειμώνες μου.

Από αυτές που γίνονται στρώμα ολόλευκο για ανθρώπους και αγγέλους.

Όταν γεράσεις σου υπόσχομαι πως δεν θα σε μισήσω όταν καταλάβω πως θα μ’ αφήσεις,

Έτσι δεν πάνε αυτά άλλωστε;

Φτάνει να μου υποσχεθείς πως θα χεις πάντα στο τραπέζι σου μια κούπα ευτυχία και το τετράδιο με τα μυστικά της ζωής που μου υποσχέθηκες…