Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Περί ελπίδος

Έκλεισα τα μάτια και περπάτησα

Χάθηκα

Στο δάσος, στην λάσπη, στα δέντρα

Στα πελώρια δέντρα που μου ‘κρυβαν το φως

Και οι πέτρες ήταν σκληρές

Οι πέτρες, τα βράχια, τα χαμόκλαδα

Άγρια και ανηλεή ξέσκιζαν την σάρκα

Δύσβατα τα μονοπάτια

Κοντοστάθηκα

Είδα, μύρισα, άκουσα

Αφουγκράστηκα…

Γεύτηκα τις επιλογές

Την μοίρα

Στυφή, γλυκιά, ουδέτερη

Αδάμαστη και άγρια καρτερούσε

Μετρούσε βήματα και αποστάσεις

Έκλαψα

Οργίστηκα, βλαστήμησα, ξέσπασα

Και παρακάλεσα

Να ευλογηθούν οι αμαρτίες

Πικρό και ακριβό το αντίτιμο της συγχώρεσης

Σκούπισα το αίμα, καθάρισα την πληγή

Την ζωή…

Φώναξα με όλη μου την δύναμη

Σκόρπισα το εγώ μου ολόγυρα

Αβάσταχτο το βάρος

Ανάσανα

Γέμισα τα πνευμόνια μου γαλήνη

Ονειρεύτηκα, ήλπισα, ευχήθηκα

Κι είδα ξανά το φως

Εκεί που είδα τα δέντρα να γίνονται κλαδιά

Τη λάσπη να γίνεται νερό

Τις πέτρες να γίνονται χαλίκια

Σήκωσα τον σκονισμένο μου εαυτό

Τον Αιώνιο συνταξιδιώτη

Άρχισα να περπατώ

Κι είχα τα μάτια ανοιχτά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου